Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠρίγγη
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠρείτης
Ὠρείτης
ὠρείτροφος
ὤρεξε
Ὠρεοί
ὥρεον
Ὠρεός
ὦρες
ὠρεσίδουπος
ὡρεσιδώτης
ὠρεσίλοιπος
ὠρεσίτροφος
ὤρεσσι
ὤρεσσιν
ὤρετο
ὠρεύω
ὠρέω
ὡρέων
ὤρη
ὥρη
ὤρημα
ὠρημάτων
Ὠρητανοί
ὠρητύς
ὡρηφόρος
ὡρία
ὡριαίνομαι
ὡριαίνω
ὡριαῖος
ὡριάς
ὠρίγγη
Ὠριγένης
ὦριγξ
ὠρίζεσκον
ὥριζον
ὠρίζω
Ὠρίκινος
Ὠρίκιος
ὡρικός
Ὠρικός
Ὤρικος
ὡρικῶς
ὡριμάζω
ὡριμαία
ὥριμος
ὡριμότης
ὤρινε
ὠρινθιᾶν
ὡριόκαρπος
ὤριον
ὥριον
ὥριος
ὤριος
ὤρισμα
ὡρισμένως
ὡρίσμιος
ὤριστε
ὤριστος
ὥριστος
Ὠρῖται
ὡρίτης
…
ὠρίγγη
Save
LSJ
ὠρίγγη·
ἐώρα,
Hsch.
(
ὤριγγας
v.l. for ὠλίγγας in
Poll.
2.67 seems to be different).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}