Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠτοειδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠτακουστέω
ὠτακουστής
ὠταλγέω
ὠταλγία
ὠταλγιάω
ὠταλγικός
ὠταρᾶς
ὠτάριον
ὠταρός
ὥτε
ὦτε
ὧτε
ᾧτε
ὠτεγχύτης
ὠτειλή
ὠτειλῆθεν
ὠτειλόομαι
ὠτειλόω
ὥτερος
ὠτιαφόρος
ὠτικός
ᾧτινι
ὠτίον
ὠτιοφόρος
ὠτίς
ὠτίτης
ὠτῖτις
ὠτογλυφίς
ὠτόγλυφον
ὠτοειδής
ὠτοειδῶς
ὠτόεις
ὠτοθλαδίας
ὠτοκαταξίας
ὠτοκάταξις
ὠτοκλαδίας
ὠτοκοπέω
ὠτοκωφέω
ὠτολαβίς
ὠτόλικνος
ὠτοπάροχος
ὠτοπέτης
ὠτόρρυτος
ὦτος
ὠτός
Ὦτος
ὠτότμητος
ὠτοχλέω
ὠτραλέος
Ὡττικοί
ὠτώεις
ὤτων
ωὐτός
ωὑτός
ᾠΰφιον
ὦφα
ὤφειλα
ὠφείληκα
ὤφειλον
ὤφειν
ὤφελε
…
ὠτοειδῶς
Save
Bailly 2024
ὠτοειδῶς,
adv.
en forme d’oreille,
Ruf.
59
.
Étym.
ὠτοειδής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}