ὠτοκαταξίας Save Bailly 2024 Pape ὠτο·καταξίας, ου (ὁ) [κᾰ] c. le préc. El. dion. (Eust. p. 1323). Étym. οὖς, κατάγνυμι. ὠτοκαταξίας, ὁ, = ὠτοκάταξις, Poll. 4.144.