ὠτοθλαδίας
ὠτοθλαδίας, a boxer with cauliflower ears
ὠτο-θλᾰδίας, ου, ὁ,
- = ὠτοκάταξις, D.L. 5.67.
ὠτο·θλαδίας, ου (ὁ) [ᾰᾱ] athlète dont les oreilles sont écrasées par les coups, DL. 5, 61.
Étym. οὖς, θλάω.
ὠτοθλαδίας, ὁ, = ὠτοκαταξίας, DL. 5.67.