ὠτιοφόρος
ὠτιοφόρος, a boxer with cauliflower ears
ὠτιοφόρος, ὁ,
- = ὠτοκάταξις, AB 287 (where the word is distd. fr. ὀτιαφόρος, q. v.): also ὠτιαφόρος, EM 826.27.
ὠτιοφόρος, ὁ, = ὠτοθλαδίας, ὠτοκαταξίας ; dagegen ὠτιαφόρος ist = Ohrendecken, Ohrenklappen, ἐπωτίδας tragend, EM., vgl. B.A. 287.