ὠτογλυφίς
ὠτογλυφίς, ear-pick
ὠτο-γλῠφίς, ιδος, ἡ,
- ear-pick Pl.Com. 148, Hermes 38.248, Gp. 4.7.1; also ὠτό-γλῠφον, τό, Gloss.:—Dim. ὠτο-γλύφιον, τό, ib.
ὠτο·γλυφίς, ίδος (ἡ) [ῠ] cure-oreilles, Plat. com. (Poll. 2, 83); Geop. 4, 7, 1.
Étym. οὖς, γλύφω.
ὠτογλυφίς, ίδος, ἡ, = ὠτόγλυφον, Plat. com. bei Poll. 7.83.