ὤρισμα Save LSJ Bailly 2024 Pape ὤρισμα, ατος, τό, f.l. for ὀάρισμα in Opp. C. 4.23. ὤρισμα, ατος (τὸ) contr. p. ὀάρισμα, Opp. C. 4, 23. ὤρισμα, τό, zsgzn statt ὀάρισμα, s. Opp. Cyn. 4.23.