ῥάϊος Save LSJ Pape ῥάϊος [ᾱ], α, ον, Ion. ῥήϊος, η, ον, = ῥᾴδιος, Opp. C. 1.101 (unless ῥήϊον is neut. Comp.). ῥάϊος, = ῥᾴδιος, ion. ῥήϊον ἐς κάματον, Opp. Cyn. 1.101. Vgl. ῥᾷος.