ματαιοβαστάκτης
ματαιοβαστάκτης, nugigerulus
Could not find Ματαιογένους in Logeion dictionaries.
Ματαιογένους Proper-name noun masculine genitive singular of Ματαιογένης
μᾰταιο-βαστάκτης,
- nugigerulus, Gloss.
ματαιοβαστάκτης, ὁ, Possen-, Lügenträger, Gloss.