ματαιουργός Save LSJ Bailly 2024 Pape μᾰταιουργός, όν, = ματαιοποιός, Ph. 2.98. ματαιουργός, ός, όν [ᾰ] c. ματαιοποιός, Phil. 2, 98. ματαιουργός, = ματαιοποιός, Philo.