σατραπόπλουτος
Could not find Σατράπου in Logeion dictionaries.
Σατράπου Proper-name noun: masculine genitive singular of Σατράπης
σατραπόπλουτος, v. σαπρόπλουτος.
σατραπό·πλουτος, v. σαπρόπλουτος.
σατραπόπλουτος, s. σαπρόπλουτος.