Στησαγόρας
Could not find Στησαγόρου in Logeion dictionaries.
Στησαγόρου Proper-name noun: masculine genitive singular of Στησαγόρας
Στησ·αγόρας (ὁ) Stèsagoras, h. Thc. 1, 116 ||
➳ Ion. Στησαγόρης, εω, ῃ, εα, Hdt. 6, 34, 38, 39, etc.
Étym. ἵστημι, ἀγορά.