Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
γηροβοσκεῖον
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γηπετής
γηπον-
γηπονέω
γηπονία
γηπόνος
γήποτος
γηράεις
γηραιός
γηραλέος
γηραλεότης
γηράλιον
γηράλιος
γήραμα
γηράμων
γηράναι
γηρᾶναι
γηράνιον
γήρανσις
γηράντεσσι
γηραός
γηράς
γῆρας
γηράσιμος
γήρασις
γηράσκω
γηράω
Γήρεια
γήρειον
Γηρείτης
γήρημι
γηροβοσκεῖον
γηροβοσκέω
γηροβοσκία
γηροβοσκός
γηροβοσκυῖα
γηροί
ΓηροκλέϜης
γηρόκλιτος
γηροκομεῖον
γηροκομέω
γηροκομία
γηροκομικός
γηροκόμος
γῆρος
Γηρόστρατος
γηροτροφεῖον
γηροτροφέω
γηροτροφία
γηροτρόφιον
γηροτρόφος
γήρους
γηρουχεῖται
γηροφορέω
γηρόω
γηρυγόνη
γηρύγονος
γήρυμα
Γηρυόνας
Γηρυόνειος
Γηρυονεύς
Γηρυονηΐς
…
γηροβοσκεῖον
Save
DGE
γηροβοσκεῖον
-ου, τό
aportación para alimento de ancianos
plu., Alex.313.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts