δίζυγος
δί-ζῠγος, ον,
- = δίζυξ, μέλος, οὐρή, Nonn. D. 15.55, 39.330.
doble
δίζυγον ... μέλος χαλκόκροτον
ἰχθύος ... δ. οὐρή
δίζυγος, = δίζυξ.
doble
δίζυγον ... μέλος χαλκόκροτον
ἰχθύος ... δ. οὐρή