διεφικνέομαι Save LSJ Bailly 2024 διεφικνέομαι, pf. διέφιγμαι dub. sens. in Eun. Hist. p.361 D. (leg. διέσφιγκται). δι·εφικνέομαι-οῦμαι, c. ἐφικνέομαι, Eun. 91, 17.