διεχθραίνω
διεχθρ-αίνω,
- strengthd. for ἐχθραίνω, τινί S.E. M. 1.49.
ser hostil a
τοῖς ἀπὸ τῶν μαθημάτων
ἅπασι μυσί
πρὸς Χριστόν
κοτεῖν· διεχθραίνειν
δι·εχθραίνω (inf. prés.) être ennemi déclaré de, dat. Sext. 226.
Étym. cf. le suiv.
διεχθραίνω, verstärktes ἐχθραίνω ; τινί, Sext.Emp. adv. math. 1.49.