διζήτωρ Save DGE Bailly 2024 διζήτωρ -ορος buscador χρυσοῦ διζήτορες ἄνδρες Gr.Naz.M.38.127A. διζήτωρ, ορος (ὁ) chercheur, Naz. 4, 127 a Migne. Étym. δίζημαι.