δουρίκτητος Save Bailly 2024 Pape δουρί·κτητος, v. δορίκτητος. δουρίκτητος, = δορίκτητος, auch δουρικτητός betont ; Homer einmal, Il. 9.343 δουρικτητήν περ ἐοῦσαν, eine Sklavin ; vgl. Scholl. Herodian. u. Apoll. Lex. Hom. p. 59.30.