δουρίπηκτος
δουρίπηκτος, fixed on spears
δουρί-πηκτος, ον,
- fixed on spears, λάφυρα δᾴων δουρίπηχθʼ A. Th. 278.
δουρίπηκτος
δουρί-πηκτος, ον
- fixed on spears, Aesch.