δουροδόκος
δουροδόκος, one of the principal beams
δουρο-δόκος, ὁ,
- one of the principal beams of the roof, Harp. s.v. στρωτήρ, EM 731.10.
viga
τὰ μικρὰ δοκίδια τὰ ἐπάνω τῶν δουροδόκων τιθέμενα στρωτῆρας ἔλεγον