δουρομανής
δουρο-μᾰνής, ές,
- poet. for δοριμανής, πόλεμος AP 9.553.
enloquecido por la lanza, fig. furibundo, frenético
πόλεμος
δουρο·μανής [ᾰ] c. δοριμανής, Anth. 9, 553.
δουρομανής, ές, = δοριμανής, πόλεμος, Antip.Thess. 33 (IX. 553).