δουριάλωτος Save LSJ Bailly 2024 Pape δουρῐ-άλωτος, ον, Ion. for δοριάλ-. δουρι·άλωτος, v. δοριάλωτος. δουριάλωτος, = δοριάλωτος, Soph. Aj. 210, des Metrums wegen von Brunck geändert.