δυσσέβημα
δυσσέβημα, impious act
δυσσέβ-ημα, ατος, τό,
- impious act, LXX 2 Ma. 12.3, D.H. 7.44, Scymn. 684, etc.
acto impío
συνετέλεσαν τὸ δ.
δ. τι πρᾶξαι περὶ Δήμητρος ... ἄγαλμα
τοιούτων ὑμῖν δυσσεβημάτων εἰσηγητὴς ... ἐγένετο
δυσσέβημα, ατος (τὸ) acte d’impiété, DH. 3, 1409 Reiske ; Spt. 2 Macc. 12, 3.
Étym. δυσσεβέω.
δυσσέβημα, τό, gottlose Handlung, Rede ; Dion.Hal. 7.44 ; LXX.