δυσριγής
que soporta mal el frío neutr. subst.
ἐν τῷ δυσριγεῖ τῶν τράγων
δυσ·ριγής, ής, ές [ῑ] c. le suiv. Jos. A.J. 7, 14, 3.
δυσριγής, [ῑ], ές, = δύσριγος, Schol. Ar. Pl. 313, l.d.
que soporta mal el frío neutr. subst.
ἐν τῷ δυσριγεῖ τῶν τράγων