δύσρηκτος
δύσρηκτος, hard to break through
δύσ-ρηκτος, ον,
- hard to break through, Gal. UP 15.5, D.C. 62.8.
1 difícil de romper o rasgar
ὑμήν
τὸ δὲ παχὺ καὶ γλίσχρον ὑγρὸν ... δ. ὑπάρχον
• fig. irrompible
(ὁ δαίμων) δεσμὸς δ. γενόμενος τῆς ... ψυχῆς
2 difícil de atravesar, infranqueable, impenetrable
ἐπύκνωσεν ἕκαστον τῶν μερῶν (τοῦ στρατοῦ) ὥστε δύσρηκτον εἶναι
δύσ·ρηκτος, ος, ον, c. δυσραγής, DC. 62, 8.
Étym. δ. ῥήγνυμι.
δύσρηκτος, = δυσραγής, DC. 62.8.