εὑρίσκω
εὑρίσκω, εὑρίσκω, εὑρήσω, ηὗρον, ηὕρηκα, ηὕρημαι, ηὑρέθην, find, discover
Could not find εὕρω in Logeion dictionaries.
εὕρω Verb: aorist middle indicative 2nd singular, Verb: aorist active subjunctive 1st singular of εὑρίσκω
- find, εὗρεν δʼ εὐρύοπα Κρονίδην ἄτερ ἥμενον ἄλλων Il. 1.498, etc.; εὕρημα εὑ., v. εὕρημα.
- 2 c. part., find that . ., εὕρισκε Λακεδαιμονίους . . προέχοντας Hdt. 1.56, cf. 1.5:—and in Pass., ἢν εὑρεθῇς μὴ δίκαιος ὤν S. Tr. 411, cf. OT 839, OC 946: with part. omitted, ὅταν τοὺς θεοὺς εὕρω κακούς (sc. ὄντας) Id. Ph. 452; εὑρήσει τοσαῦτα ἔτη (sc. ὄντα) Th. 5.26; θῆλυς εὕρημαι (sc. ὤν) S. Tr. 1075; ἄνους ηὑρέθη Id. Aj. 763.
- 3 c. inf., εὕρισκε πρῆγμά οἱ εἶναι . . found that the thing for him was . ., Hdt. 1.79:—Med., εὑρίσκεται (sed leg. εὕρισκέ τε) ταῦτα καιριώτατα εἶναι ib. 125:—Act., also, find means, be able, οὐχ εὑρίσκει χρήσασθαι Arr. Epict. 2.12.2.
- 4 εὑ. ὅπως . . to find by what means . ., Th. 7.67:—Med., c. inf., find out or discover how to . ., ηὕρετο . . παύειν E. Med. 196 (anap.).
- 5 Pass., εὑρέθη ὅτι . . it was found that . ., LXX 1 Es. 2.22(26).
- 6 befall, of evils, τινα ib. Ge. 44.34, De. 31.17.
- II find out, discover, οὐδέ τι μῆχος εὑρέμεναι δυνάμεσθα Od. 12.393; οὐδέ τι τέκμωρ εὑρέμεναι δύνασαι 4.374, cf. Il. 7.31; εὑ. ὁδόν Pi. P. 10.29; ἐξ ἀμηχάνων πόρον A. Pr. 59; μηχανὴν σωτηρίας Id. Th. 209; πημάτων ἄρηξιν S. El. 875; τινα ἐμοῦ βελτίονα Ar. Pl. 104, etc.: abs., εὕρηκα Archim. ap. Plu. Suav. 2.1094c:—Med., εὕρετο τέκμωρ Il. 16.472; ὄνομʼ εὕρεο think of a name to give him, Od. 19.403; εἴ τινʼ ἑταίροισιν θανάτου λύσιν . . εὑροίμην 9.422.
- 2 c. inf., get a chance of, be able, ἵνα εὕρωμεν ἐπιστολὴν γράψαι BGU 822.28 (ii/iii A.D.), cf. 17, 20, PGrenf. 1.64.3 (vi A.D.), etc.
- III devise, invent, ὀχήματα A. Pr. 468, etc.; πρόφασιν Antipho 5.65:—Med., τὰ δʼ ἔργα τοὺς λόγους εὑρίσκεται deeds make themselves words, S. El. 625.
- IV get, gain, ἀρετάν, δόξαν, Pi. O. 7.89, P. 2.64; τὰ χρήματʼ ἀνθρώποισιν εὑρίσκει φίλους S. Fr. 88; ἐξ ὀλβίων ἄζηλον εὑροῦσαι βίον Id. Tr. 284, cf. E. Med. 1107 (anap.); δεινὰ δʼ εὑροῦσαν πρὸς αὐθαίμων πάθη S. OC 1078 (lyr.); ἀφʼ ὧν ὄνασιν εὕρωσι Id. El. 1061; μέγʼ εὑρεῖν κέρδος ib. 1305; εὑ. σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ Pl. Prt. 321c; εὑ. μητρὶ φόνον bring about murder, E. El. 650: abs., acquire wealth, LXX Le. 25.47:—Med., find or get for oneself, bring on oneself, οἷ . . αὐτῷ πρώτῳ κακὸν εὕρετο Od. 21.304 (so in Act., μή πού τις ἐπίσπαστον κακὸν εὕρῃ 24.462); αὐτὸς ηὑρόμην πόνους A. Pr. 269; μοῖραν ηὕρετʼ ἀσφαλῆ Id. Ag. 1588, cf. Th. 880 (lyr.): so in pf. Pass., μέγα πένθος ηὕρηται S. Aj. 615 (lyr.); εὑρήσεται τιμωρίην will get for himself, obtain, Hdt. 3.148, cf. 9.26; ἀλεωρήν Id. 9.6; κλέος Pi. P. 3.111; ἄδειαν εὑρόμενος And. 1.15; ἀτέλειαν D. 20.1; εὑρίσκεσθαι ὠφελίαν ἀπό τινος Th. 1.31; τι παρά τινος IG 1(2).108.47, Lys. 13.9; εὑ. παρά τινος c. inf., procure from him that . ., Hdt. 9.28; δεηθέντες οὐκ ἐδύναντο εὑρέσθαι Lys. 14.20.
- V esp. of merchandise, etc., fetch, earn money, εὑροῦσα πολλὸν χρυσίον having fetched a large sum, Hdt. 1.196; ηὗρε πλέον ἢ ἐνενήκοντα τάλαντα X. HG 3.4.24, cf. Vect. 4.40; οἰκία εὑρίσκουσα δισχιλίας (sc. δραχμάς) Is. 8.35; ἐγδίδομεν . . τοὺς θριγκοὺς . . ὅτι ἂν εὕρωσιν for what they will fetch, IG 7.3073.7 (Lebad.); ἐρωτᾶν τί εὑρίσκει what it will fetch, Thphr. Char. 15.4.
- 2 of the sum or bid which secures an article or contract, οἰκέτην . . ἀποδίδοται τοῦ εὑρόντος sells for what he will fetch, X. Mem. 2.5.5; τοῦ ἤδη εὑρίσκοντος ἀπεδίδοτο Aeschin. 1.96, cf. SIG 966.37 (Attica, iv B.C.), 581.99 (Rhodes-Hierapytna, ii B.C.); ἐκτιθέτωσαν τὸ εὑρίσκον ἐφʼ ἡμέρας δέκα the highest or winning bid, PRev.Laws 48.16 (iii B.C.), cf. UPZ 112vi9 (iii B.C.); προσέβαλον αὐτῷ τοῦ εὑρίσκοντος ἀνὰ [x] ἱερεῖα [x] I have placed at his disposal [x] pigs at the current price of [x], PCair.Zen. 161.5 (iii B.C.), cf. UPZ 114(1).24 (ii B.C.).
1. vinden, aantreffen:
2. vinden, ontdekken:
3. bevinden, merken,
4. verkrijgen:
finden,
a) zufällig finden, antreffen, von Personen u. Sachen ; εὗρεν δʼ εὐρύοπα Κρονίωνα ἄτερ ἥμενον ἄλλων Il. 1.498, öfter ; μὴ ἐπίσπαστον κακὸν εὕρῃ, daß er nicht in ein selbstverschuldetes Unglück gerate, Od. 24.462, wie im med., κακὸν εὕρετο, er fand sich, zog sich ein Unglück unversehens zu, 21.304 (vgl. αὐτὸς εὑρόμην πόνους Aesch. Prom. 267, μελέους θανάτους Spt. 861, s. unten); εὑρὼν ἐν Κιθαιρῶνος πτυχαῖς Soph. O.R. 1026 ; εὕρημα οὐκ οἶσθʼ οἷον εὕρηκας τόδε Eur. Med. 716, u. sonst bei Dichtern u. in Prosa. – Mit doppeltem accus., τοὺς θεοὺς κακούς Soph. Phil. 452 ; bes. pass., ge-, erfunden werden, ἢν εὑρεθῇς ἐς τήνδε μὴ δίκαιος ὤν Tr. 410, vgl. Aj. 750, 1114 ; ἀδικοῦσα εὑρέθη Eur. Hec. 270, u. A., bes. bei Sp. oft Umschreibung für εἶναι ; – im act. so, in Erfahrung bringen, auch = begreifen, einsehen, übergehend in die Bdtg
b) finden, was man sucht, ausfindigmachen, bes. auch geistig, ersinnen, entdecken, οὐδέ τι μῆχος εὑρέμεναι δυνάμεσθα Od. 12.392 ; eben so τέκμωρ, einen Ausweg auffinden, 4.374 ; ὁδόν u. ä., Pind. u. die Tragg., wie ἐξ ἀμηχάνων πόρους Aesch. Prom. 59 ; λινόπτερʼ εὗρε ναυτίλων ὀχήματα 466 ; μηχανὴν σωτηρίας Spt. 191 ; πόθεν δʼ ἂν εὕροις τῶν ἐμῶνσὺ πημάτων ἄρηξιν Soph. El. 863 ; τὰ κακῶς εὑρημένʼ ἔργα O.C. 1190 ; εὑρέ τινʼ ἀπόκινον Ar. Eq. 20 ; εὑρίσκουσι σφίσιν ἐοῦσαν τὴν ἀρχὴν τῆς ἔχθρης, sie machen ausfindig, bringen heraus, daß, Her. 1.5 ; ξυμμάχους Plat. Legg. VI.754b ; φάρμακον Phaedr. 230c ; σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ Prot. 321d, u. sonst, bes. oft in Vbdgn wie εἰ εὕρηκεν ἢ μεμάθηκεν Lach. 186c ; ἢν τῷ σφενδονᾶν ἐθέλοντι ἀτέλειαν εὑρίσκωμεν Xen. An. 3.3.18, u. sonst ; – erwerben, erlangen, δόξαν Pind. P. 2.64 ; πὺξ ἀρετὰν εὑρόντα Ol. 7.89 ; οὐρανῷ στηρίζον εὑρήσεις κλέος Eur. Bacch. 972 ; häufiger im med., sich verschaffen, erwerben (s. auch oben a), εἴ τινʼ ἑταίροισιν θανάτου λύσιν ἠδʼ ἐμοὶ αὐτῷ εὑροίμην Od. 9.422 ; εὑρίσκοντο θεῶν παλάμαις τιμάν Pind. P. 1.48 ; κλέος εὑρέσθαι 3.114 ; αὐτὸς μοῖραν εὕρετʼ ἀσφαλῆ Aesch. Ag. 1570 ; καὶ ταῦτα πάντα σοῦ θανόντος εὑρόμην Soph. Aj. 1002 ; εὕρετο πᾶν ἄν Ar. Ach. 640 ; oft in Prosa, τιμωρίην Her. 3.148 ; παρὰ δέ σφι εὕροντο ἑστάναι, sie erlangten es von ihm, 9.28 ; εὑρίσκεσθαι, ἤν τι δύνωνται, ἀγαθόν Xen. An. 2.1.8 ; 7.1.31 ; ὠφέλειαν ἀπό τινος Thuc. 1.31 ; ἄδειαν εὑρόμενος, nachdem er Schutz für sich erlangt hatte, Andoc. 1.15 ; ἀτέλειαν, δωρεάς, Dem. 20.1, 15 ; οὔτε μακρὸν οὔτε μέγα εὑρημέναι 19.17 ; μηδενὶ ἐξέστω ἔτι Ἀθηναίῳ γίγνεσθαι μὴ εὑρομένῳ παρὰ τοῦ δήμου τῶν Ἀθ., wenn er sich nicht die Erlaubnis dazu vom Volke verschafft hat, 59.104, im Psephisma ; ὠφέλειαν Arr. An. 2.15.4.
c) von Waren, einen Käufer finden, Geld einbringen, Her. ὅκως εὑροῦσα πολλὸν (ἀργύριον) πρηθείη, d.i. für viel Geld, 1.195 ; ἄλλα χρήματα ἃ εὗρε πλέον ἢ ἑβδομήκοντα τάλαντα Xen. Hell. 3.4.24, die mehr als 70 Talente einbrachten ; οἰκία εὑρίσκουσα δισχιλίας Isae. 8.35 ; Pol. 31.7.12 ; ähnl. absolut, οὐδὲ τῆς ἀξίας ἕκαστον τῶν κτημάτων ἀπεδίδοτο, ἀλλὰ τοῦ ἤδη εὑρίσκοντος Aesch. 1.96, wie Xen. ὅταν τις οἰκέτην ἀποδιδῶται τοῦ εὑρόντος Mem. 2.2.5, d.i. um jeden Preis ; τὸ ἀργύριον εὑρόν das eingekommene Geld, Inscr. 93.
Aor. εὗρον Od. 10.408, Od. 23.45.
3 sing. -ε Il. 1.498, Il. 4.89, Il. 5.794, Il. 18.372, Il. 24.83, etc.: Od. 1.106, Od. 2.299, Od. 14.5, Od. 15.4, Od. 23.55, etc.
1 pl. -ομεν Il. 11.771; Od. 9.217, Od. 10.252.
3 pl. -ον Il. 1.329, Il. 5.753, Il. 12.127, Il. 24.98, etc.: Od. 2.408, Od. 4.3, Od. 10.113, Od. 24.15, etc.
3 sing. subj. εὕρῃ Il. 22.192, Od. 24.462. -ησι Il. 12.302.
1 pl. -ωμεν Il. 9.49: Od. 12.300.
2 pl. -ητε Od. 11.108.
3 pl. -ωσι Il. 7.31.
Opt. εὕροιμι Od. 13.43.
3 sing. -οι Od. 9.535.
Pple. εὑρών Il. 3.24.
Infin. εὑρέμεναι Il. 2.343: Od. 4.374, 467, Od. 12.393. εὑρεῖν Il. 9.250.
3 sing. aor. mid. εὕρετο Il. 16.472: Od. 21.304.
Opt. εὑροίμην Od. 9.422.
Imp. εὕρεο Od. 19.403.
(ἐξ-, ἐφ-.)
- 1
To find, to light or come upon: ἔλαφον Il. 3.24. Cf. Il. 5.169, Il. 8.127, Il. 11.473, Il. 24.98; μνηστῆρας Od. 1.106. Cf. Od. 4.450, Od. 6.277, 282, Od. 10.113, 210, 252, Od. 12.300, Od. 24.15, 222.
Of immaterial things: ἐν πήματα οἴκῳ Od. 9.535.
Absol.: ὄφρα κεν εὕρῃ Il. 22.192.
- 2
To find or come upon in a specified place or condition or doing something specified: παρὰ κλισίῃ ἥμενον Il. 1.329. Cf. Il. 2.169, Il. 3.125, Il. 6.321, Il. 7.382, Il. 9.186, Il. 12.121, etc.: ἐν μεγάροισιν Od. 2.299. Cf. Od. 2.408, Od. 4.3, Od. 5.151, Od. 7.136, Od. 10.408, Od. 11.108, etc.
- 3
To find out, discover, hit upon, devise, contrive: μῆχός τι Il. 2.343, ἄκος Il. 9.250. Cf. Od. 4.374, 467, Od. 12.393, Od. 19.158.
In mid.: τοῖο εὕρετο τέκμωρ (for this state of things, this confusion) Il. 16.472. Cf. Od. 9.422.
To find out or discover by experience: τέκμωρ Ἰλίου Il. 7.31, Il. 9.49 (see τέκμωρ
1).To think of or hit upon as fitting or suitable.
In mid.: ὄνομʼ εὕρεο ὅττι κε θῆαι Od. 19.403.
- 4
To bring upon oneself, incur: μή τις κακὸν εὕρῃ Od. 24.462.
In mid. Od. 21.304.
- 1
- a in general find ἐπίκουρον εὑρὼν ὁδὸν λόγων O. 1.110 Μοῖσα παρέστα μοι νεοσίγαλον εὑρόντι τρόπον φωνὰν ἐναρμόξαι O. 3.4 τοῦτο δʼ ἀμάχανον εὑρεῖν O. 7.25 ἄνδρα τε πὺξ ἀρετὰν εὑρόντα O. 7.89 σύμβολον δʼ οὔ πώ τις ἐπιχθονίων πιστὸν εὗρεν θεόθεν O. 12.8 ἐπιχώριον μάντιν ἄσμενος εὗρεν O. 13.74 καὶ πᾶσαν κάτα Ἑλλάδʼ εὑρήσεις ἐρευνῶν μάσσον ἢ ὡς ἰδέμεν O. 13.113 ὅθεν φαμὶ καὶ σὲ τὰν ἀπείρονα δόξαν εὑρεῖν P. 2.64 “ἀλλοδαπᾶν κριτὸν εὑρήσει γυναικῶν ἐν λέχεσιν γένος” P. 4.50 εὗρε παγὰν ἀμβροσίων ἐπέων P. 4.299 ἄκουσεν Δαναόν ποτʼ ἐν Ἄργει οἶον εὗρεν τεσσαράκοντα καὶ ὀκτὼ παρθένοισι ἑλεῖν ὠκύτατον γάμον P. 9.113 ναυσὶ δʼ οὔτε πεζὸς ἰών κεν εὕροις ἐς Ψπερβορέων ἀγῶνα θαυμαστὰν ὁδόν P. 10.29 κεῖνος ἀμφʼ Ἀχέροντι ναιετάων ἐμὰν γλῶσσαν εὑρέτω κελαδῆτιν N. 4.86 καὶ ταῦτα μὲν παλαιότεροι ὁδὸν ἀμαξιτὸν εὗρον N. 6.54 χρή νιν (= ἀρετὰν) εὑρόντεσσιν ἀγάνορα κόμπον μὴ φθονεραῖσι φέρειν γνώμαις I. 1.43 πέφνεν δὲ σὺν κείνῳ Μερόπων ἔθνεα καὶ τὸν βουβόταν οὔρεϊ ἴσον Φλέγραισιν εὑρὼν Ἀλκυονῆ I. 6.33 εὑρίσκει fr. 6a. 1. εὗρεν fr. 44. ταῦτα θεοῖσι μὲν πιθεῖν σοφοὺς δυνατόν, βροτοῖσιν δʼ ἀμάχανο[ν εὑ]ρέμεν Pae. 6.53 θάνατον κεροέσσᾳ εὑρέμεν ματεῖσʼ ἐλάφῳ (sc. κύων) *fr. 107a. 5* νέων δὲ μέριμναι σὺν πόνοις εἱλισσόμεναι δόξαν εὑρίσκοντι fr. 227. 2. ]εὗρε βίῳ[ ?fr. 344. 4. med., find for oneself, compose, με τοιάνδε μελίφρονος ἀρχὰν εὑρόμενον σκολίου fr. 122. 14. followed by part., τῶν γὰρ ἀνὰ πόλιν εὑρίσκων τὰ μέσα μακροτέρῳ ὄλβῳ τεθαλότα, μέμφομʼ αἷσαν τυραννίδων P. 11.52
- b invent ἅπαν δʼ εὑρόντος ἔργον O. 13.17 εὗρεν θεός· ἀλλά νιν εὑροῖσʼ ἀνδράσι θνατοῖς ἔχειν ὠνύμασεν κεφαλᾶν πολλᾶν νόμον P. 12.22 (βάρβιτος) τόν ῥα Τέρπανδρός ποθʼ ὁ Λέσβιος εὗρεν πρῶτος fr. 125. 1.
- c med. win ἁνίχʼ εὑρίσκοντο θεῶν παλάμαις τιμάν P. 1.48 ἐλπίδʼ ἔχω κλέος εὑρέσθαι κεν ὑψηλὸν πρόσω P. 3.111 φάρμακον κάλλιστον ἑᾶς ἀρετᾶς ἅλιξιν εὑρέσθαι σὺν ἄλλοις P. 4.187 ἔργοις δὲ καλοῖς ἔσοπτρον ἴσαμεν ἑνὶ σὺν τρόπῳ, εἰ εὕρηται ἄποινα μόχθων κλυταῖς ἐπέων ἀοιδαῖς (Hermann: εὕρηται τις codd.: sc. τὰ καλὰ ἔργα) N. 7.16 οὔτις ἑκὼν κακὸν εὕρετο fr. 226.
- d frag. ]σις ἀνανύτοις εὗρεν[ Πα. 13b. 7.
Strong 2147
to find, with or without previous search: absol., opp. to ζητέω, Mt 7:7, 8 Lk 11:9, 10; c. acc., Mt 2:8, Mk 1:37, Ac 13:22, II Ti 1:17, al.; pass., οὐχ εὑ., of disappearance, He 11:5, Re 16:20, al.; γῆ κ. τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα εὑρεθήσεται (for conjectures as to the meaning of this reading, v. Mayor, ICC, in l.),
(LXX). Mid., to find for oneself, gain, procure, obtain: c. acc. rei, λύτρωσιν, He 9:12; act. in same sense (so cl. poets, but not in Attic prose), Mt 10:39, 11:29, Lk 1:30, Ac 7:46, II Ti 1:18, al. (cf. ἀν-ευρίσκω).
- Ito find, Hom., etc.:—c. part. to find that, Hdt.; and in Pass., ἢν εὑρεθῆις δίκαιος ὤν Soph.
- 2c. inf., εὕρισκε πρῆγμά οἱ εἶναι found that the thing for him was, Hdt.
- IIto find out, discover, Hom., etc.; cf. εὕρημα II:—so in Mid. to find out for oneself, Od.
- IIIto devise, invent, Aesch., etc.:—Mid., τὰ δʼ ἔργα τοὺς λόγους εὑρίσκεται deeds make themselves words, i. e. speak for themselves, Soph.
- IVto find, get, gain, procure, Pind., Soph., etc.:—Mid. to get for oneself, bring on oneself, κακὸν εὕρετο Od.; αὐτὸς εὑρόμην πόνους Aesch.
- Vof merchandise, to find a purchaser, to fetch, earn, πολλὸν χρυσίον εὑροῦσα having fetched a large sum, Hdt.; ἀποδίδοται τοῦ εὑρόντος sells for what it will fetch, Xen.
-
…οὖν ἐπὶ τοὺς χειροτέχνας ᾖα · ἐμαυτῷ γὰρ συνῄδη οὐδὲν ἐπισταμένῳ ὡς ἔπος εἰπεῖν, τούτους δέ γʼ ᾔδη ὅτι εὑρήσοιμι πολλὰ καὶ καλὰ ἐπισταμένους. καὶ τούτου μὲν οὐκ ἐψεύσθην, ἀλλʼ ἠπίσταντο ἃ ἐγὼ οὐκ ἠπιστάμην καί μου ταύτῃ…
Plato, Apology
-
…εἰ δὲ τότε ἐπελάθετο, νῦν παρασχέσθω ἐγὼ παραχωρῶ καὶ λεγέτω εἴ τι ἔχει τοιοῦτον. ἀλλὰ τούτου πᾶν τοὐναντίον εὑρήσετε, ὦ ἄνδρες, πάντας ἐμοὶ βοηθεῖν ἑτοίμους τῷ διαφθείροντι, τῷ κακὰ ἐργαζομένῳ τοὺς οἰκείους αὐτῶν, ὥς φασι…
Plato, Apology
-
…ἐν ᾗ ἔδει καὶ ἄνθρωπον ἐξιέναι ἐκ γῆς εἰς φῶς. ἀπορίᾳ οὖν σχόμενος ὁ Προμηθεὺς ἥντινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι, κλέπτει Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶς τὴν ἔντεχνον σοφίαν σὺν πυρί ἀμήχανον γὰρ ἦν ἄνευ πυρὸς αὐτὴν κτητήν τῳ ἢ χρησίμην…
Plato, Protagoras
-
…, χαίρουσιν ἀκούοντες ἐξεταζομένων τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτοὶ πολλάκις ἐμὲ μιμοῦνται, εἶτα ἐπιχειροῦσιν ἄλλους ἐξετάζειν · κἄπειτα οἶμαι εὑρίσκουσι πολλὴν ἀφθονίαν οἰομένων μὲν εἰδέναι τι ἀνθρώπων, εἰδότων δὲ ὀλίγα ἢ οὐδέν. ἐντεῦθεν οὖν οἱ ὑπʼ αὐτῶν ἐξεταζόμενοι…
Plato, Apology
-
…σιωπῇ ἐξέρχομαι, καὶ ἀφικνοῦμαι ὡς τὸν καὶ τόν, καὶ τοὺς μὲν ἔνδον κατέλαβον, τοὺς δὲ οὐκ ἐπιδημοῦντας ηὗρον. παραλαβὼν δʼ ὡς οἷόν τε ἦν πλείστους ἐκ τῶν παρόντων ἐβάδιζον. καὶ δᾷδας λαβόντες ἐκ τοῦ ἐγγύτατα καπηλείου…
Lysias, Speeches
-
…οὕτως περὶ τούτου τοῦ πράγματος, ζητοῦντες εἴ τις ἐμοὶ καὶ Ἐρατοσθένει ἔχθρα πώποτε γεγένηται πλὴν ταύτης. οὐδεμίαν γὰρ εὑρήσετε. οὔτε γὰρ συκοφαντῶν γραφάς με ἐγράψατο, οὔτε ἐκβάλλειν ἐκ τῆς πόλεως ἐπεχείρησεν, οὔτε ἰδίας δίκας ἐδικάζετο ,…
Lysias, Speeches
-
…τῶν τειχῶν διελεῖν μήτε ἄλλο τὴν πόλιν ἐλαττῶσαι μηδέν · οἴοιτο δὲ καὶ ἄλλο τι ἀγαθὸν παρὰ Λακεδαιμονίων τῇ πόλει εὑρήσεσθαι. πεισθέντες δὲ ὑμεῖς εἵλεσθε ἐκεῖνον πρεσβευτὴν αὐτοκράτορα, ὃν τῷ προτέρῳ ἔτει στρατηγὸν χειροτονηθέντα ἀπεδοκιμάσατε, οὐ νομίζοντες εὔνουν…
Lysias, Speeches
-
…εἰ δέοι, μαχομένους ἀποθνῄσκειν. τοσοῦτον δʼ ἐφρόνουν ἀμφότεροι, ὥσθʼ οἱ μὲν μετʼ Εὐρυσθέως οὐδὲν παρʼ ἑκόντων ἐζήτουν εὑρίσκεσθαι, Ἀθηναῖοι δὲ οὐκ ἠξίουν Εὐρυσθέα αὐτὸν ἱκετεύοντα τοὺς ἱκέτας αὐτῶν ἐξελεῖν. παραταξάμενοι δʼ ἰδίᾳ δυνάμει τὴν ἐξ ἁπάσης…
Lysias, Speeches
-
…ὑποψίας δʼ οὖν καὶ δείματος μεστὸς γίγνεται καὶ ἀναλογίζεται ἤδη καὶ σκοπεῖ εἴ τινά τι ἠδίκησεν. ὁ μὲν οὖν εὑρίσκων ἑαυτοῦ ἐν τῷ βίῳ πολλὰ ἀδικήματα καὶ ἐκ τῶν ὕπνων, ὥσπερ οἱ παῖδες, θαμὰ ἐγειρόμενος δειμαίνει καὶ ζῇ…
Plato, Republic
-
…ἄν, ὦ ἄνδρες δικασταί ; εἰ γάρ τις ἀφικόμενος εἰς Ἅιδου, ἀπαλλαγεὶς τουτωνὶ τῶν φασκόντων δικαστῶν εἶναι, εὑρήσει τοὺς ὡς ἀληθῶς δικαστάς, οἵπερ καὶ λέγονται ἐκεῖ δικάζειν, Μίνως τε καὶ Ῥαδάμανθυς καὶ Αἰακὸς καὶ Τριπτόλεμος καὶ…
Plato, Apology