εὑρήτωρ
εὑρήτωρ, ορος, ὁ,
- = εὑρετής, v.l. for εἰδήμονα, AP 9.505.4.
εὑρήτωρ, ορος (ὁ) inventeur, Anth. 9, 505 dout.
Étym. εὑρίσκω.
εὑρήτωρ, ὁ, = εὑρετής, f.l. Anth. (IX.505), jetzt εἰδήμονα τέχνης.
εὑρήτωρ, ορος,
= εὑρετής, Anth.