καρυώδης
καρυώδης, like a walnut
κᾰρῠ-ώδης, ες,
- like a walnut, σπέρμα Thphr. CP 1.19.1; τὰ κ. Str. 12.3.15.
καρυώδης, ης, ες [ᾰ] semblable à une noix, Th. C.P. 1, 19, 1.
Étym. κάρυον, -ωδης.
καρυώδης, ες, nußartig, Theophr.