καρυῶτις
καρυῶτις, date
κᾰρῠ-ῶτις, ιδος, ἡ,
- date, Dsc. 1.109.
καρυῶτις, ιδος (ἡ) [ᾰ] sorte de datte, Diosc. 1, 148.
Étym. κάρυον.
καρυῶτις, ιδος, ἡ, = καρυωτός, Diosc.
καρυῶτις, date