Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καρυωτικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καρυκάζω
καρυκεία
καρύκευμα
καρυκευτής
καρυκεύω
καρύκη
καρύκινος
καρυκοειδής
καρυκοποιέω
καρυκοποιός
καρυμνόν
κάρυνον
κᾶρυξ
κάρυξ
καρυοβαφής
καρυόδενδρον
καρυοκατάκτης
κάρυον
καρυοναύτης
καρυοπώλης
καρυοτομία
καρυόφυλλον
καρυόχρους
καρύσσω
καρυστεῖναι
Καρύστιος
Κάρυστος
καρυτίζομαι
καρυχρω
καρυώδης
καρυωτικός
καρυῶτις
καρυωτός
καρφαλέος
καρφαμάτιον
καρφεῖα
καρφεῖον
κάρφη
καρφηρός
κάρφινος
καρφίον
καρφίς
καρφισμός
καρφίτης
καρφοειδής
καρφολογέω
καρφολογία
κάρφος
καρφόω
καρφυκτοί
Καρφυλλίδης
καρφύνω
καρφυρά
κάρφυροι
καρφυρός
κάρφω
καρφώδης
κάρχαι
καρχαλέος
καρχαρέος
καρχαρίας
…
καρυωτικός
Save
Pape
καρυωτικός
, = καρυωτός,
v.l.
bei Strab. XVII.800.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}