κραταιά Save Could not find κραταιῇ in Logeion dictionaries. κραταιῇ Noun: feminine dative singular of κραταιά κραταιῇ Adjective: feminine dative singular of κραταιός See κραταιῇ in Morpho LSJ Bailly 2024 κραταιά, ἡ, = χελιδόνιον μέγα, Ps.-Dsc. 2.180. κραταιά, ᾶς (ἡ) c. χελιδόνιον μεῖζον, Diosc. Noth. 2, 211.