κραταιγών Save LSJ Bailly 2024 Pape κρᾰται-γών, όνος, ὁ, = κράταιγος, Thphr. HP 3.15.6. κραταιγών, όνος (ὁ) c. κράταιγος, Ath. 50c. κραταιγών, όνος, ὁ, = κραταιγός, Ath. II.50.