κραταιβάτης
κραταιβάτης, striding in might
κρᾰται-βάτης [βᾰ], ου, Dor. -τᾱς, α, ὁ,
- striding in might, epith. of Zeus, IG 4.669 (Nauplia).
κραταιβάτης, striding in might