κραταίβολος
κραταίβολος, hurled with violence
κρᾰταί-βολος, ον,
- hurled with violence, E. Ba. 1096.
κραταί·βολος, ος, ον [ᾰ] lancé avec force, Eur. Bacch. 1096.
Étym. κράτος, βάλλω.
κραταίβολος, [ρᾱ], mit Kraft geworfen, χερμάδες Eur. Bacch. 1096, v.l. κραταβόλος.