κραταίγονος
κρᾰταί-γονος, ἡ,
- = κραταιόγονον, Thphr. HP 9.18.5 (prob.l.):— also κρᾰταί-γονον, τό, Ps.-Dsc. 3.124, Hsch.
κραταί·γονος, ου (ὁ) sorte de plante, Th. H.P. 9, 18, 6.
Étym. κράτος, γίγνομαι.