λευκοθέα
λευκοθέα -ας, ἡ [λευκός , θέα ] ability to see white Aristo 1.86.11 (Plut. Virt. mor. 440f).
λευκο·θέα, ας (ἡ) état de celui qui voit blanc, Plut. M. 440f.
Étym. λ. θεάομαι.
λευκοθέα, ἡ, das Sehen des Weißen, bildet Plut. de virt. mor. 2, ὡς εἴ τις ἐθέλοι τὴν ὅρασιν ἡμῶν, λευκῶν ἀντιλαμβανομένην, λευκοθέαν καλεῖν.