Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παρόω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πάρουλος
παρουλότριχος
πάρουρος
παρουσία
παρουσιάζομαι
παρουσιάζω
παροφθαλμιστής
παροχέομαι
παροχέτευσις
παροχετευτέον
παροχετευτικός
παροχετεύω
παροχεύομαι
παροχεύς
παροχεύω
παροχέω
παροχή
παρόχιον
παροχλέω
παροχλίζω
πάροχος
παροψάομαι
παρόψημα
παροψημάτιον
παροψίδιον
παρόψιον
παροψίς
παρόψομαι
παροψωνέω
παροψώνημα
παρόω
πάρπαγος
Πάρπαρος
παρπεπιθών
παρπέταται
παρπόδιος
παρπόρφυρος
παρράλιος
Παρρασία
Παρρασίη
Παρρασική
Παρράσιον
Παρράσιος
παρρέκτης
παρρησία
Παρρησιάδης
παρρησιάζομαι
παρρησιαστής
παρρησιαστικός
παρρησιαστικῶς
παρρησιώδης
παρρησιωδῶς
Πάρρων
παρσᾶς
παρσένος
παρσουλακίρ
παρστ
παρσταίη
παρσταίην
παρστάς
παρσύθη
…
παρόω
Save
LSJ
παρόω, v. πηρόω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}