πεντηρικός
πεντηρικός, quinquereme
Could not find πεντηρικοῖς in Logeion dictionaries.
πεντηρικοῖς neuter dative plural of πεντηρικός
πεντηρικός, ή, όν, c. le préc. Pol. 1, 59, 8, etc.
πεντηρικός, ή, όν, = πεντήρης ; πλοῖον, σκάφος, Pol. 1.59.8, 3.41.2 u. öfter ; DS