πεντηκόσιοι
πεντηκόσιοι, five hundred
πεντηκόσιοι, αι, α, Ep. for πεντᾰκόσιοι,
- five hundred, Od. 3.7.
πεντηκόσιοι, v. πεντακόσιοι.
πεντηκόσιοι, ep. statt πεντακόσιοι, Od. 3.7.
πεντηκόσιοι
[πέντε + ἑκατόν.]
Five hundred.
Absol. : πεντηκόσιοι ἐν ἑκάστῃ ἥατο Od. 3.7.
πεντηκόσιοι : five hundred, Od. 3.7†.
πεντηκόσιοι
Epic for πεντακόσιοι
- five hundred, Od.