πεντηκοντόπαις Save Bailly 2024 Pape πεντηκοντό·παις, var. p. πεντηκοντάπαις. πεντηκοντόπαις, ὁ, ἡ, von oder mit fünfzig Kindern, Söhnen ; γέννα, Aesch. Prom. 855 ; ἀδελφός, Suppl. 316.