πεντηκοντούτης
πεντηκοντούτης, fifty years old
πεντηκοντούτης, ες, contr. fr. *πεντηκοντοέτης (
- = πεντηκονταέτης), fifty years old, Pl. R. 540a, Lg. 670b.
- II of or lasting fifty years, σπονδαί Foed. ap. Th. 5.27.
πεντηκοντούτης, c. πεντηκονταέτης, Plat. Rsp. 540a, Leg. 670a.
πεντηκοντούτης, ες, zsgzn statt πεντηκονταετής ; so πεντηκοντούτεις σπονδαί, Thuc. 5.27 ; Plat. Rep. VII.540a.
πεντηκοντούτης
πεντηκοντ-ούτης, ες
contr. for πεντηκονταέτης
- fifty years old, Plat.