πεντηκοντοκέφαλος
πεντηκοντοκέφαλος, fifty headed
πεντηκοντοκέφαλος
- 1fifty headed, cf. Wilh. Schulze, Q. E., 252. Τυφῶνα πεντηκοντοκέφαλον (ἑκαντοντοκάρανον coni. Hermann, cll. O. 4.7, P. 1.16, P. 8.16) fr. 93.