πεντηκοντηρικός Save Bailly 2024 Pape πεντηκοντηρικός, ή, όν, c. le préc. Pol. 25, 7, 1. πεντηκοντηρικός, = πεντηκοντήρης ; ἡ, sc. ναῦς, Fünfzigruderer, v.l. für πεντηκοντορικός, Pol. 25.7.1.