πτωχηΐη Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape πτωχ-ηΐη, v. πτωχεία. πτωχηΐη, v. πτωχεία. πτωχηΐη -ης, ἡ Ion. voor πτωχεία. πτωχηΐη, ἡ, ion. statt πτωχεία, Her. 3.14.