πτωχίστερος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell πτωχ-ίστερος, v. πτωχός. πτωχίστερος, v. πτωχός. πτωχίστερος comp. van πτωχός. πτωχίστερος, irr. comp. zu πτωχός. πτωχίστερος irreg. comp. of πτωχός.