πτώσιμος
πτώσιμος, having fallen
πτώσῐμος, ον, (πίπτω)
- having fallen, fallen, στρατός A. Ag. 639; σταγών ib. 1122 (lyr.).
πτώσιμος, ος, ον [ῐ] qui est tombé, détruit, anéanti, Eschl. Ag. 639, 1122.
Étym. πίπτω.
πτώσιμος, gefallen, getötet, στρατὸς δορὶ πτώσιμος Aesch. Ag. 625.
πτώσιμος, ον,
πίπτω, πέπτωκα
- having fallen, Aesch.