Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πτωκάζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πτυκτίον
πτυκτός
πτύξ
πτύξαγρις
πτύξασα
πτύξις
πτύον
πτυόφι
πτύρμα
πτυρμός
πτύρομαι
πτυρτικός
πτύρω
πτύσις
πτύσμα
πτυσμός
πτύσσω
πτύσχλοι
πτυχά
πτυχή
Πτυχία
πτύχιον
πτυχίον
πτύχιος
πτυχίς
πτυχώδης
πτύω
Πτωϊεύς
Πτώϊος
Πτώιος
πτωκάζω
πτωκάς
πτῶμα
πτωματίζω
πτωματικός
πτωμάτιον
πτωματίς
πτωματισμός
πτώξ
Πτῳόδωρος
Πτῷον
Πτῷος
πτώσιμος
πτῶσις
πτωσκάζω
πτώσσω
πτωτικός
πτωτός
πτωχαλαζών
πτωχάς
πτωχεία
πτωχεῖον
πτωχελένη
πτωχεύω
πτωχηΐη
πτωχίζω
πτωχικός
πτωχίστερος
πτωχοδοχεῖον
πτωχομουσοκόλαξ
πτωχόμουσος
…
πτωκάζω
Save
Pape
πτωκάζω
, s. πτωσκάζω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}