About Report a problem

Menu

σκοβαδές

σκοβαδές· ἔδεσμά τι, Hsch. σκογχούλας· γογγυσμούς, τονθ<ο>ρυσμούς, Id. σκοίδιον, τό, = σκιάδειον, Id.

Saved

Recent