φθείρω
φθείρω, φθείρω, destroy; corrupt, bribe; seduce
- destroy things, μῆλα κακοὶ φθείρουσι νομῆες Od. 17.246; φ. τῶν Συρίων τοὺς κλήρους waste them, Hdt. 1.76, cf. X. HG 7.2.11, An. 4.7.20; τοὺς θεῶν νόμους S. Aj. 1344; τὰς ναῦς v.l. in Th. 2.91; τὴν πόλιν καὶ νόμους Pl. Lg. 958c, cf. X. Mem. 1.5.3; εὐδαιμονίαν Din. l.c.; ἔμβρυα Dsc. 2.163; τὸ συλληφθέν Sor. 1.60 (also abs., miscarry, ib. 59); τὸν κοινὸν οἶκον Mitteis Chr. 284.11 (ii B. C.): —Pass., to be destroyed, S. Aj. 25, etc.; ἐκ τῶν αὐτῶν καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται Arist. EN 1103b8; εἰς τὸ μὴ ὂν φ. pass away, cease to be, Epicur. Ep. 1 p.5 U.; δυὰς προσθέσει μονάδος εἰς τριάδα φθείρεται μηκέτι μένουσα δυάς Ph. 2.509; of animals, perish, PStrassb. 24.15 (ii A. D.).
- 2 of persons, μαψαῦραι . . . ναύτας φ. destroy them, Hes. Th. 876 (but perh. only Act. of signf. II.4); στρατόν A. Pers. 244 (troch.), Ag. 652:—Pass., Id. Pers. 272, 283 (lyr.); γειτόνων πολλοὶ ἁμᾷ . . ἔφθαρεν Pi. P. 3.36; νόσῳ ἐφθάραται Ἀθηναῖοι Th. 3.13, cf. 7.48; πρόρριζον ἔφθαρται γένος S. El. 765; ἔφθαρμαι I am undone! Men. Her. 13; μὴ φθαρῶσιν PMich.Zen. 80.4 (iii B. C.).
- 3 corrupt, bribe, τινα D.S. 4.73; lure, entice, trap, κημοῖσι πλεκτοῖς πορφύρας φθείρει γένος S. Fr. 504 (s. v. l.); φθείρει γὰρ ἡ πρόνοια τὴν ἀβουλίαν entices to its ruin, entraps, Trag.Adesp. 484 (s. v.l.); pervert, φθείρουσιν ἤθη χρήσθʼ ὁμιλίαι κακαί E. Fr. 1024:—Pass., v. infr. II.3.
- b seduce a woman, ὑπὸ τῆς θυγατρὸς ἀδικούμενον καὶ Διονυσίου τοῦ φθείραντος αὐτὴν κιναίδου PEnteux. 26.11 (iii B. C.):—Pass., E. Fr. 485, D.Chr. 11.153 (but not Att. acc. to Phryn. 53, Moer. p.103 P.), Artem. 5.17.
- 4 ruin, spoil, ποσὶν φθείροντα πλοῦτον ἀργυρωνήτους θʼ ὑφάς, of one who treads on rich carpets, A. Ag. 949; βαφὰς φθείρουσα τοῦ ποικίλματος, of blood, Id. Ch. 1013; of a poison, ὧνπερ ἂν θίγῃ, φθείρει τὰ πάντα S. Tr. 716; φαρμάκων φθείρειν πεφυκότων τὰ σώματα Gal. 15.541; δούλην (wet-nurse) μὴ φθείρουσαν τὸ γάλα BGU 1058.29 (i B. C.), cf. Sor. 1.88; τοῦ σώματος (sc. τῶν νοσούντων) φθείροντος τὸ θρέψαι δυνάμενον ib. 90, cf. 63, al.
- 5 τὰ μιγνύμενα τῶν χρωμάτων οἱ βαφεῖς φθείρεσθαι καὶ φθοράν τὴν μῖξιν ὀνομάζουσιν Plu. E apud Delph. 2.393c (where μιαίνω 1 is compared).
- II Pass. (cf. supr. 1.1, 2),
- 1 φθείρεσθε (as a curse) may you perish! ruin take you! Il. 21.128, Sannyr. 10; φθείρου as an imprecation, go to the devil! be off! Ar. Ach. 460, Pl. 598, 610 (anap.), E. Fr. 610; ἐκποδὼν ἡμῖν φθείρεσθε Herod. 6.16:c. gen., φθείρεσθε τῆσδε off from her! unhand her, let her go, E. Andr. 715 (so in fut. indic., εἰ μὴ φθερῇ τῆσδʼ ὡς τάχιστʼ ἀπὸ στέγης if thou dost not depart . . . ib. 708).
- b with a Prep., φθείρεσθαι πρὸς τοὺς πλουσίους, of hangers-on and flatterers, D. 21.139, cf. Plu. Phoc. 21, Eum. 14, Ant. 24; εἰς ἡδονὰς ἀπὸ . . πόνων Anon. ap. Stob. 4.31.84; ἀκούω σε λυρῳδοῦ γυναικὸς ἐρᾶν καὶ εἰς ἐκείνης φθειρόμενον πᾶσαν τὴν ἐφήμερον ἄγραν κατατίθεσθαι Alciphr. 1.18.
- 2 Medic., ἡ κοιλίη φθαρήσεται will be deranged, disordered, Hp. VM 13.
- 3 to be morally corrupted, ἐφθάρη ἡ γῆ ἐναντίον τοῦ θεοῦ LXX Ge. 6.11, cf. Ho. 9.9, al.; ἔστι ἐν Ἀλεξανδρείᾳ σκηνῶν ἐν τοῖς Ἀριστοβούλου φθειρόμενος PCair.Zen. 37.7 (iii B. C.); φθαρεὶς Εὔτυχος ὑπὸ τῆς Ἀρσινόης ib. 620.7 (iii B. C.); but ἐν Σικυωνίαι ἐφθαρμένους is f.l. for ἐν Σικυῶνι διεφθ. (cj. Sintenis) in Plu. Arat. 40.
- 4 of seafarers, wander, drift (cf. supr. I.2, πολύφθορος II.2, φθορά 8), πόσον χρόνον πόντου ʼπὶ νώτοις ἅλιον ἐφθείρου πλάνον; E. Hel. 774; ναυτίλους ἐφθαρμένους sailors driven out of their course, Id. IT 276; ἱκέτας δέχεσθαι ποντίους ἐφθαρμένους Id. Cyc. 300; of shipwrecked persons, νεῶν (ἐκ νεῶν Elmsl.) φθαρέντες A. Pers. 451; also of travellers or wanderers by land, οὐχ ἕνα νομίζων φθείρεται πόλεως νόμον (v.l. τόπον) E. El. 234; ὁ Μενέλαος χρόνον πολὺν ἐφθείρετο πανταχόσε τῆς Ἐλλάδος D.Chr. 7.95; οὐδὲν δεῖ φθείρεσθαι περιόντα ( = περιιόντα) τὴν ἀρχὴν ἅπασαν Aristid. Or. 26(14).33; ἄνω κάτω διαθέοντας τὴν Ἑλλάδα καὶ φθειρομένους Id. 1.420 J.; τῶν μετοίκων τῶν ἐξ Ἑρμιόνης οὐκ οἶδʼ ὅπως εἰς Πειραιᾶ φθαρέντων Alciphr. 1.13; μὴ περιΐδῃς ἀγαθοὺς γείτονας εἰς στενὸν τοῦ καιροῦ φθειρομένους ib. 24; [Ἀλέξανδρον] ὑπὲρ τὸν Ἰνδὸν κτλ. φθειρόμενον Arr. An. 7.4.2; φθαρῆναι εἰς βάρβαρα ἔθνη (ἐν βαρβάροις ἔθνεσι or ἔθεσι codd.) Phalar. Ep. 49; φθαρέντων ἐς ἀλλήλους falling foul of one another, App. Praef. 10 (s. v. l.).
- 5 of women, χέρσους φθαρῆναι pine away in barrenness, S. OT 1502, cf. El. 1181 (unless wander, cf. supr. II.4). (Cf. Skt. ksárati ‘flow’, later ‘wane, perish’, Avest. γžar- and žgar- ‘flow’.)
1. act. vernielen, verwoesten, te gronde richten:
2. med.-pass. vernield worden, te gronde gaan, omkomen:
verderben, verschlimmern, verschlechtern, in einen schlechtern Zustand geraten lassen, verderben lassen, zu Grunde richten ; μῆλα κακοὶ φθείρουσι νομῆες Od. 17.246 ; vgl. Hes. Th. 876 ; pass. in schlechten Zustand geraten, zu Grunde gehen, unglücklich werden ; φθείρεσθε, gehe es euch schlimm, Il. 21.128 ; Sannyr. b. Ath. VI.261f ; bei den Att. bes. war φθείρου, Ar. Plut. 598, 610, eine sehr gew. Verwünschungsformel, wie hol dich der Henker ! geh zum Henker ! Ar. Ach. 442 ; dah. = fortgehen, εἰ μὴ φθερεῖ τῆσδʼ ὡς τάχιστʼ ἀπὸ στέγης Eur. Andr. 709, vgl. 716 ; φθείρεσθαι εἴς τι u. πρός τι, zu seinem Verderben, Unglück in Etwas geraten ; so auch πρὸς τοὺς πλουσίους, zu seinem Unglück unter die Reichen geraten, Dem. 21.139 ; von Sachen = beschädigen, verletzen, zerstören, verwüsten, von Menschen = umbringen, töten ; ὥστε Δαρείου πολύν τε καὶ καλὸν φθεῖραι στρατόν Aesch. Pers. 240, wie Ag. 638 ; πολλὰς φθείρουσα βαφὰς τοῦ ποικίλματος, untereinander wirren, mischen, Ch. 1008 ; pass., στρατοῦ φθαρέντος Pers. 275, πλήθουσι νεκρῶν δυσπότμως ἐφθαρμένων Σαλαμῖνος ἀκταί 264 ; φθείρει τὰ πάντα κνώδαλα Soph. Tr. 713 ; τῶν θεῶν νόμους φθείροις ἄν Aj. 1323 ; ἐφθαρμένας γὰρ εὕρομεν λείας ἁπάσας, u. sonst ; Eur. Hel. 1345 u. oft ; οἶκον Xen. Mem. 1.5.3 ; αἴθειν καὶ φθείρειν τὴν χώραν An. 4.7.20. – Von einem Mädchen = schänden, verführen ; auch von Knaben, zur Unzucht verführen, Sp. – Das perf. ἔφθορα hat auch pass. Bdtg, bes. b. Sp.
(δια-)
To destroy: μῆλα κακοὶ φθείρουσι νομῆες (are their destruction) Od. 17.246.
In pass., to perish : φθείρεσθε Il. 21.128.
- 1destroy καὶ γειτόνων πολλοὶ ἐπαῦρον, ἁμᾶ δʼ ἔφθᾰρεν P. 3.36
Strong 5351
to destroy, corrupt, spoil (on the varied usage and distinctive meaning of the word, v. Mayor on II Pe, App., 175 ff.): c. acc., I Co 3:17 15:23, II Co 7:2; seq. ἀπό, II Co 11:3; ἐν, II Pe 2:12, Ju 10, Re 19:2; κατά, Eph 4:22 (cf. δια-, κατα-φθείρω).†
- Ito ruin, waste, spoil, destroy, Lat. perdere, Od., Hdt., etc.:—Pass. to go to ruin, perish, Trag., etc.
- IIPass., (.] φθείρεσθε (as a curse) may ye perish! ruin seize ye! Il.; φθείρου plague take thee! away with thee! Lat. abi in malam rem! Ar.; so, εἰ μὴ φθερεῖ if thou depart not . ., Eur.; c. gen., φθείρεσθε τῆσδε off from her! i. e. unhand her, let her go, Eur.; φθείρεσθαι πρός . . to run headlong to . ., Dem.
- 2to have suffered loss from shipwreck, Eur.
- 3of women, χερσοὺς φθαρῆναι to pine away in barrenness, Soph.
-
…κέ τοι ἀγλαΐας γε διασκεδάσειεν ἁπάσας, τὰς νῦν ὑβρίζων φορέεις, ἀλαλήμενος αἰεὶ ἄστυ κάτʼ · αὐτὰρ μῆλα κακοὶ φθείρουσι νομῆες. τὸν δʼ αὖτε προσέειπε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν · ὢ πόποι, οἷον ἔειπε κύων ὀλοφώϊα εἰδώς ,…
Homer, Odyssey
-
…καὶ ἐκ τῶνδε ὁμοῦ πάντων γνωριμώτατος ἅπασι, δημαρχῶν ἐσεμνολόγησε περὶ τοῦ Ἰταλικοῦ γένους ὡς εὐπολεμωτάτου τε καὶ συγγενοῦς, φθειρομένου δὲ κατʼ ὀλίγον εἰς ἀπορίαν καὶ ὀλιγανδρίαν καὶ οὐδὲ ἐλπίδα ἔχοντος ἐς διόρθωσιν. ἐπὶ δὲ τῷ δουλικῷ δυσχεράνας ὡς…
Appian, The Civil Wars
-
…δʼ ἀπώλλυτο στρατὸς δαμασθεὶς ναΐοισιν ἐμβολαῖς ἴυζʼ ἄποτμον Πέρσαις δυσαιανῆ βοὰν δᾴοις, ὡς πάντα παγκάκως ἔφθισαν · αἰαῖ στρατοῦ φθαρέντος. ὦ πλεῖστον ἔχθος ὄνομα Σαλαμῖνος κλύειν. φεῦ, τῶν Ἀθηνῶν ὡς στένω μεμνημένος. στυγναί γʼ Ἀθᾶναι δᾴοις…
Aeschylus, Persians
-
…γενέσθαι. νῦν γὰρ δὴ γένος ἐστὶ σιδήρεον · οὐδέ ποτʼ ἦμαρ παύονται καμάτου καὶ ὀιζύος, οὐδέ τι νύκτωρ φθειρόμενοι. χαλεπὰς δὲ θεοὶ δώσουσι μερίμνας · ἀλλʼ ἔμπης καὶ τοῖσι μεμείξεται ἐσθλὰ κακοῖσιν. Ζεὺς δʼ ὀλέσει καὶ τοῦτο…
Hesiod, Works and Days
-
…ποδός. καὶ τοῖσδέ μʼ ἐμβαίνονθʼ ἁλουργέσιν θεῶν μή τις πρόσωθεν ὄμματος βάλοι φθόνος. πολλὴ γὰρ αἰδὼς δωματοφθορεῖν ποσὶν φθείροντα πλοῦτον ἀργυρωνήτους θʼ ὑφάς. τούτων μὲν οὕτω · τὴν ξένην δὲ πρευμενῶς τήνδʼ ἐσκόμιζε · τὸν κρατοῦντα μαλθακῶς θεὸς…
Aeschylus, Agamemnon
-
…Μυγδονίαν καλουμένην Ἠδῶνας ἐξελάσαντες νέμονται. ἀνέστησαν δὲ καὶ ἐκ τῆς νῦν Ἐορδίας καλουμένης Ἐορδούς, ὧν οἱ μὲν πολλοὶ ἐφθάρησαν, βραχὺ δέ τι αὐτῶν περὶ Φύσκαν κατῴκηται, καὶ ἐξ Ἀλμωπίας Ἄλμωπας. ἐκράτησαν δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…ἀποικίαν, τόν τε οἰκιστὴν ἀποδεικνύντες σφῶν ἐκ Κορίνθου ὄντα καὶ τὸ χρηστήριον δηλοῦντες, ἐδέοντό τε μὴ σφᾶς περιορᾶν φθειρομένους, ἀλλʼ ἐπαμῦναι. Κορίνθιοι δὲ κατά τε τὸ δίκαιον ὑπεδέξαντο τὴν τιμωρίαν, νομίζοντες οὐχ ἧσσον ἑαυτῶν εἶναι τὴν…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…οὐκ ἀμήνιτον θεῶν ; ξυνώμοσαν γάρ, ὄντες ἔχθιστοι τὸ πρίν, πῦρ καὶ θάλασσα, καὶ τὰ πίστʼ ἐδειξάτην φθείροντε τὸν δύστηνον Ἀργείων στρατόν. ἐν νυκτὶ δυσκύμαντα δʼ ὠρώρει κακά. ναῦς γὰρ πρὸς ἀλλήλαισι Θρῄκιαι πνοαὶ ἤρεικον ·…
Aeschylus, Agamemnon
-
…πάντων ὧν ὄπωπʼ ἐγὼ κακῶν. φεῦ φεῦ · τὸ πᾶν δὴ δεσπόταισι τοῖς πάλαι πρόρριζον, ὡς ἔοικεν, ἔφθαρται γένος. ὦ Ζεῦ, τί ταῦτα, πότερον εὐτυχῆ λέγω, ἢ δεινὰ μέν, κέρδη δέ ; λυπηρῶς…
Sophocles, Electra
-
…τῇ πόλει ὄντες Ἐπιδάμνιοι ἐπειδὴ ἐπιέζοντο, πέμπουσιν ἐς τὴν Κέρκυραν πρέσβεις ὡς μητρόπολιν οὖσαν, δεόμενοι μὴ σφᾶς περιορᾶν φθειρομένους, ἀλλὰ τούς τε φεύγοντας ξυναλλάξαι σφίσι καὶ τὸν τῶν βαρβάρων πόλεμον καταλῦσαι. ταῦτα δὲ ἱκέται καθεζόμενοι ἐς τὸ…
Thucydides, The Peloponnesian War