φθινάω
φθῐν-άω or φθῐν-έω,
- collat. form of φθίνω, fut. φθινήσω Gp. 1.12.34: aor. ἐφθίνησα Hp. Epid. 7.122, Luc. Par. 57, (κατ-) Plu. Cons.Apoll. 2.117c: pf. ἐφθίνηκα Dsc. 1 Praef. 6, (κατ-) Plu. Cic. 14.
φθινάω, = φθινέω.
φθινάω
φθῐνάω,
collat. form of φθίνω, Luc.